''Αγωνίζομαι να ξεπεράσω τα ελαττώματα που με συγκρατούν και δεν μπορώ να Τον αγγίξω''

''Αγωνίζομαι να ξεπεράσω τα ελαττώματα  που με συγκρατούν και δεν μπορώ να Τον αγγίξω''

Κυριακή 19 Ιουνίου 2016

Εμφάνιση Αγίας Τριάδος στον Όσιο Αλέξανδρο Σβιρ



O ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ.
Ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1448 στα μέρη του Νοβγκοροντ σε μια οικογένεια ευλαβών χριστιανών.Ηταν το τρίτο παιδί του Στέφανου και της ΒασάιΤο βαπτιστικό του όνομα ήταν Αμώς.Ήταν πράος,υπάκουος,νηστευτής και όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν.Εκείνος όμως στα 19 του χρόνια έφυγε για τη μονή Βαλαάμ.Περνώντας ο νεαρός Αμώς από τη λίμνη Ροτσίνσκ άκουσε μια φωνή να του λέει ότι σ ́αυτό το σημείο θα χτίσει ένα μοναστήρι.Τότε έλαμψε από πάνω του ένα φως και ένας άγγελος του έδειξε το δρόμο για το Βαλαάμ.Στο Βαλαάμ εκάρη μοναχός μετά από 7 χρόνια στα εικοσιέξι του και πήρε το όνομα Αλέξανδρος.Ο πατέρας ήρθε να τον βρει στο μοναστήρι και ο νεαρός Αλέξανδρος όχι μόνο τον καθησύχασε,αλλά και τον έπεισε να γίνουν αυτός και η μητέρα του μοναχοί.Πρόκοβε συνεχώς στα πνευματικά και δέκα χρόνια τα πέρασε εν σιωπή σ’ένα νησάκι.


Μια μέρα ενώ προσευχόνταν άκουσε μια θεική φωνή να του λέει να πάει στον τόπο που κάποτε του είχε υποδειχθεί για να σωθεί.Ένα φως του έδειξε το μέρος στις όχθες της λίμνης(1485).Έμεινε εκεί μόνος επτά χρόνια, τρώγωντας μόνο χόρτα και υποφέρωντας από τις βαρειές ασθένειες και το ανυπόφορο κρύο.Το 1493 τον ανακάλυψε τυχαία ένας άρχοντας που είχε βγει για κυνήγι.Η φήμη του ως αγιασμένου ασκητή εξαπλώθηκε γρήγορα και πολλοί μοναχοί μαζεύτηκαν γύρω του,ενώ ο απλός λαός τον τιμούσε ως άγιο όταν ήταν εν ζωή


2. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑ

Πιστεύεται, ότι ο Θεός διατήρησε το Λείψανο σε τόσο θαυμαστή κατάσταση αφθαρσίας, διότι ο Άγιος Αλέξανδρος είναι ο μόνος Άγιος μετά τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο όποιος αξιώθηκε επισκέψεως της Αγίας Τριάδος με μορφή τριών Αγγέλων. Κατά την διάρκεια αυτής της επισκέψεως, ή Αγία Τριάς μέχρι που άγγιξε τον Άγιο, και αυτό το άγγιγμα προφανώς ήταν που έκανε το σώμα του απρόσβλητο στην φθορά. Θαυμαστός ο Τριαδικός Θεός, ο ενδοξαζόμενος εν τοις Άγίοις Αυτού!

Ό Άγιος Αλέξανδρος αναχώρησε για την Ουράνιο Βασιλεία την 30ή Αυγούστου του 1533, σε ηλικία 85 ετών.

Ό Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ εδοξάσθη με θαυμαστά σημεία και θαύματα κατά την διάρκεια της ζωής του και μετά την κοίμηση του. Το 1545, ο μαθητής και διάδοχος του Ηγούμενος Ηρωδίων συνέθεσε τον Βίο του. Το 1547 άρχισε ο τοπικός εορτασμός της μνήμης του και συνετέθη ή Ακολουθία του. Στις 17 Απριλίου του 1641, κατά την διάρ-κεια της ανακαινίσεως του Ναού της Μεταμορφώσεως, όπου ο Άγιος είχε ταφή, αποκαλύφθηκε τα άγιο Λείψανο του σε κατάσταση πλήρους Αφθαρσίας· έκτοτε, ή Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του δύο φορές: την ήμερα της Κοιμήσεως του, 30ή Αυγούστου, και την ήμερα της επισήμου Διακηρύξεως της Αγιότητας του και της ανακομιδής του Ιερού Λειψάνου του, 17η Απριλίου.

Ό Άγιος Αλέξανδρος, όπως του υποσχέθηκε ή Υπεραγία Θεοτόκος, άφησε πίσω του μεγάλο πλήθος μαθητών, πολλοί από τους οποίους ηγίασαν και τιμώνται μέχρι σήμερα από την Εκκλησία του Θεού επί γης ως Άγιοι.Έκτοτε, το αδιάφθορο άγιο Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου αποτελούσε πηγή αγιασμού, προσκυνήσεως και θεραπείας: οι τυφλοί ελάμβαναν το φως τους, οι παραλυτικοί ελάμβαναν την δύναμη των ποδών τους, και όσοι έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια, ελάμβαναν την πλήρη ίαση. Οι δαίμονες έφευγαν από τους δαιμονισμένους και στείρες γυναίκες συνελάμβαναν...

Θαυμαστός είναι ο Πανάγαθος Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού, ο Όποιος δόξασε τον δούλο Αυτού σε αύτη την εφήμερη ζωή με θαύματα και σημεία, τα όποια εγίνοντο δια των χειρών του. Και μετά τον θάνατο του ακόμη αξίωσε να τοποθετηθεί το πάντιμο και ιερό Σκήνωμά του στην Εκκλησία Του, για να καταυγάζει από εκεί, ως μέγας φάρος, με τα πανένδοξα Θαύματα του!...

3. Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ

Την 30ή Ιουλίου του 1998, οι πιστοί της Ρωσίας έσπευσαν κατά χιλιάδες να προσκυνήσουν το νεωστί ανακαλυφθέν ιερό Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στον Ναό των Αγίων Σοφίας, Πίστεως, Αγάπης και Ελπίδος στην Αγία Πετρούπολη. Μετά απουσία περί-που 80 χρόνων, ένας από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Θηβαΐδος του Βορρά επέστρεψε στον τόπο των μοναχι-κών του αγώνων.

Οκτώ δεκαετίες ενωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου του 1918, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα της Ρωσικής Θηβαΐδος του Βορρά: την περιοχή γύρω από το Όλονετς και το Λοντέϊνογιε Πολιέ. Την αμέσως επομένη ήμερα οι Μπολσεβίκοι έκαναν την εμφάνιση τους στο Μοναστήρι του Σβίρ στην λειψανοθήκη του Αγίου Αλεξάνδρου. Ένα τέτοιο ταμείο αγιότητας αποτελούσε ένα προφανές εμπόδιο στον διάβολο και τα όργανα του, τα όποια είχαν καταλάβει τότε την γη της Ρωσίας. Όμως, στην περίπτωση εκείνη ήταν ανεξήγητα ανίκανοι να προκαλέσουν κάποια βλάβη στο Λείψανο του Αγίου ή να το μετακινήσουν. Οι Κομμουνιστές έκαναν ακόμη κάποιες απόπειρες και μόνον στην έκτη τους προσπάθεια, στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (1918), κατόρθωσαν να μετακινήσουν το αδιάφθορο Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Τούτο εγκαινίασε την θλιβερή «εκστρατεία κατασχέσεως των λειψάνων», ή οποία συνεχίσθηκε από το 1919 ως το 1922, οπότε τα Λείψανα 63 Ρώσων Αγίων εκλάπησαν, υπεβλήθησαν σε «επιστημονικές εξετάσεις», παρουσιάσθηκαν ως «μούμιες», ή ακόμη και ως «κίβδηλα», σε αντιθρησκευτικά μουσεία ή κατεστράφησαν.

Κατά την περίοδο αυτήν, ολόκληρη ή βόρεια περιοχή της Ρωσίας μετεβλήθη σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ή Θηβαΐδα του Βορρά βεβηλώθηκε και μολύνθηκε, αλλά ταυτοχρόνως και αγιάστηκε, γινομένη ένας Γολγοθάς από τους πολλούς στην Ρωσία. Ή Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ δοκίμασε την ίδια μοίρα των πολλών Μοναστηριών της περιοχής: έγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γνωστό ως «Σβίρλαγκ» («Στρατόπεδο του Σβίρ»). Αργότερα, έγινε διαδοχικά οίκος αναπήρων πολέμου, οίκος παιδιών, τεχνική σχολή και στρατόπεδο. Τελικά, το τμήμα της Αγίας Τριάδος της Μονής μετατράπηκε σε ψυχιατρικό άσυλο, ένα μέρος του οποίου παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα.

Ή Μονή υπέστη άσχημες φθορές με την πάροδο των χρόνων. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να χαθεί το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Μετά την κατάσχεση του από τους Μπολσεβίκους, πρώτα εφέρθη στο Λοντέϊνογιε Πολιέ. Ή τοπική επιτροπή των Τσεκιστών ζήτησε να γίνει μία έρευνα για την αυθεντικότητα του Λειψάνου. Εξετάσθηκε από Σοβιετικούς επιστήμονες με την ελπίδα αποδείξεως ότι ήταν κίβδηλο – μία απάτη της Εκκλησίας για την αποβλάκωση των πιστών. Όμως, προς αμηχανία των Μπολσεβίκων, τα αποτελέσματα τους επιβεβαίωσαν όσα είχαν καταγραφή κατά την πρώτη ανακάλυψη του Λειψάνου του Αγίου το 1641· ότι δηλαδή επρόκειτο πράγματι περί του Αγίου Αλεξάνδρου και ότι το σώμα του ήταν, σε εκπληκτικό βαθμό, αδιάφθορο. Το δέρμα του ήταν λευκό και ελαστικό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήσαν καθαρά διακρινόμενα και έφεραν μία εντυπωσιακή ομοιότητα με τις εικόνες του Αγίου, οι οποίες αγιογραφήθηκαν μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνος. Ένας ακαδημαϊκός, ο Πέτρος Πέτροβιτς Ποκρύσκιν, δεν φοβήθηκε σε εκείνη την εποχή των διωγμών να γράψει μία θαρραλέα απάντηση στην αίτηση των Τσεκιστών: «Αναγνωρίζοντας ότι το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ αποτελεί αναμφισβήτητα ιστορικό γεγονός, ή θέσης των οποίου πρέπει να είναι σε μία εκκλησία, ζητούμε να ληφθούν μέτρα για την διαφύλαξη Αυτού του εθνικού ιστορικοί θησαυρού».

Από το Λοντέϊνογιε Πολιέ το Λείψανο εφέρθη στην Αγία Πετρούπολη (τότε Πέτρογκραντ). Την εποχή εκείνη ήλθε εντολή από το Κομμισαριάτο της Δικαιοσύνης να τοποθετηθούν όλα τα Λείψανα σε μουσεία. Το Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου έφέρθη στο ανατομικό μουσείο της πόλεως, το όποιο στεγαζόταν στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία. Εκεί το Λείψανο εξετέθη ως έκθεμα, αλλά έμεινε χωρίς εγγραφή -μία προφανής προσπάθεια από τους υπαλλήλους του μουσείου να αποκρυφθή. Ταυτόχρονα, έγιναν απόπειρες να επιδειχθούν ψεύτικα λείψανα του Αγίου στο κοινό, τα όποια δεν ομοίαζαν στην ιστορική του περιγραφή, ως μέρος σχεδίου των Κομμουνιστών να πλήξουν την Εκκλησία, άλλα αυτές οι απόπειρες απέτυχαν. Χάρις σε έναν από τους επιστήμονες, τον Β. Ν. Τόνκοβ, ο όποιος δεν ήταν «στρατευμένος αθεϊστής» όπως οι συνάδελφοι του, το Λείψανο παρέμεινε στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπολέως, εξορισμένο στην λήθη. Εκεί έμεινε για περίπου οκτώ δεκαετίες, με αναμονή της στιγμής, κατά την οποία, θεία πρόνοια, θα επέστρεφε στους πιστούς.

Στις 14 Ιουνίου 1997, περί-που έξι χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού ολο- κληρωτισμού στην Ρωσία, το τμήμα της θείας Μεταμορφώ-σεως της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ επεστράφη ολόκληρο στην Εκκλη-σία. Το τμήμα της Αγίας Τριά- δος, το όποιο απέχει ένα τρίτο μιλίου από το έτερο τμήμα, επεστράφη μερικώς στην Εκ- κλησία στις 22 Σεπτεμβρίου 1998.

Ή έρευνα για τον Άγιο Αλέξανδρο άρχισε το 1997, με την ευλογία του Μητροπολίτου της Αγίας Πετρουπολέως Βλαδίμηρου. Τα περισσότερα ντοκουμέντα από την σοβιετική περίοδο είτε εχάθησαν είτε κατεστράφησαν, όμως οι προσευχητικές ερευνητικές προσπάθειες των Αδελφών της Γυναικείας Μονής της Αγίας Σκέπης Τερβενίτσι, υπό την καθοδήγηση του πνευματικού τους Πατρός, του Ηγουμένου Λουκιανού (Κουτσένκο), Προϊσταμένου τώρα της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου Σβίρ, ανταμεί-φθηκαν τελικά. Τον Δεκέμβριο Αυτού του έτους (1997) το Λείψανο του Αγίου ευρέθη! Όταν αυτό εξετάσθηκε, ήταν ακριβώς εφάμιλλο προς την αρχική περιγραφή της πρώτης ανακομιδής του Λειψάνου του 1641. Ήταν το ίδιο αδιάφθορο όσο και πριν από την κατάσχει του. Σύμφωνα με ανθρωπολόγους και εθνολόγους ειδικούς, το Λείψανο άνηκε σε άνδρα της φυλής των Βεπ-μιας πολύ μικρής ομάδος Φινλανδικής καταγωγής, ή οποία κατοικούσε στην περιοχή όπου ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε και όπου αργότερα έκτισε την Μονή του.

Τελικά, μετά την έκτος πάσης αμφιβολίας απόδειξη της ταυτότητος του Αγίου, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος έδωσε την ευλογία του, ώστε το πλήρες θείας Χάριτος Λείψανο να μεταφερθεί στον Ναό των Αγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης για τέσσερις μήνες, προκειμένου να τεθεί σε δημόσια προσκύνηση προ της επιστροφής του στην Μονή του Αγίου. Πριν από την μεταφορά του Λειψάνου στον Ναό, έτελέσθη μία δέηση στην αίθουσα εξετάσεων της Ιατρικής Ακαδημίας. Προς έκπλησιν και πνευματική άγαλλίασιν των παρόντων, τα χέρια και τα πόδια του Αγίου άρχισαν να αναβλύζουν σταγόνες ευώδους μύρου, σαν ο Άγιος να έλεγε: «Ναι, σάς ακούω· εγώ είμαι»! Αυτή ή έκχυσης Χάριτος συνεχίσθηκε και όταν το Λείψανο μετεφέρθη στον Ναό. Ή ροή του ευώδους μύρου ήταν τόσο ισχυρή, ώστε πετούσαν μέλισσες κοντά στα πόδια του Αγίου.

Κληρικός Αλέξιος Γιάνγκ (τώρα Ιερομόναχος Αμβρόσιος) ήταν στην Αγία Πετρούπολη όταν το Λείψανο ευρέθη. Περιγράφων την εμπειρία της προσκυνήσεώς του, γράφει αυτός ο αμερικανός προσκυνητής: «Με έκπληξη είδα, ότι ο Άγιος δεν ήταν μόνον αδιάφθορος, αλλά το δέρμα του δεν είχε καθόλου σκουρύνει από την πάροδο πέντε περίπου αιώνων ήταν τόσο λευκό όσο κάποιου πού ζει σήμερα. Ασπαζόμενος τα ακάλυπτα πόδια του, μπορούσα να ιδώ τον σχηματισμό του θαυματουργού μύρου, σαν σταγόνες πλουσίου μέλιτος, μεταξύ των δακτύλων».

Εικόνες του Αγίου, οι όποιες ευλογήθηκαν στην λειψανοθήκη, άρχισαν ομοίως να αναδίδουν είτε μύρο είτε εύωδία. Ό Δόκι-μος Αλέξανδρος της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στεκόταν συνεχώς στην λειψα-νοθήκη, παρατηρώντας όχι μόνον την ποσότητα του ρέοντος μύρου, άλλα και τις θαυματουργικές θεραπείες, οι όποιες ελάμβαναν χώρα εκεί. θεραπεύθηκαν άνθρωποι με πολλές ασθένειες: παραλυτικοί, καρκινοπαθείς, πάσχοντες από δερματικές παθήσεις ή παθήσεις των οστών και δαιμονισμένοι.Μετά την μεταφορά του Λειψάνου στην Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ τον Νοέμβριο του 1998, οι θεραπείες συνέχισαν να συμβαίνουν ενώπιον του. Ή ροή του μύρου επίσης συνεχίσθηκε απαραμείωτα. Παρατηρήθηκε, ότι αυτό το θαύμα αυξάνει σε ένταση όταν καταφθάνουν στην Μονή ομάδες ανθρώπων, στις όποιες δεν συμπεριλαμβάνονται μόνον πιστοί, άλλα και αμφισβητίες επίσης. Μέχρι και σήμερα ή Μονή καταγράφει τα θαύματα, τα όποια τελούνται στο Λείψανο του Αγίου του Θεού.

4)Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ` ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αν-τοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ' τον Όσιο και καταλα-βαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ' αυτόν, προσπάθησαν απ' την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια πού έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.

Μια νύχτα ό όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν νάταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ' το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:

"Φύγε, φύγε απ' αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ' εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό."

Ό Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλισμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ' αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και ή προσευχή ,του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.

Ό όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ό Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ό άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:

" Είμαι άγγελος Κυρίου και ό Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σου υπενθυμίσω τα θεια οράματα πού είχες δει σ' αυτόν τον τόπο πού έχεις εγκατασταθεί- γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν- ό Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δηλώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ' αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να ιδρύσεις μοναστήρι."

Κι αφού είπε αυτά ό άγγελος έγινε άφαντος.

Ό όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ' αύτη όλες τις μέρες της ζωής του- γι' αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε πού είχε απομακρυνθεί απ' την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμ- φανίστηκε πάλι ό άγγελος Κυρίου και του είπε:

"Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολλοί πού επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».

Και λέγοντας αυτά ό άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.

Κατά το 1508 πάλι, πού ό Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ' αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο πού βρισκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ό Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφτηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ' τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα.. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο. Όταν τους είδε ό Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συνήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ' το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:

"Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι."

Και ό Άγιος είπε:

"Κύριοι μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε πού, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς."

Εκείνοι του απάντησαν:

"Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας."

Ακούγοντας αυτά ό Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:

"Κύριε μου, ποιος είμαι εγώ ό αμαρτωλός, ό χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, πού θα ήμουν άξιος ν' αναλάβω τέτοιες ευ-θύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν' αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ό ανάξιος δεν ήρθα σ' αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά πού με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου."

Μόλις είπε αυτά ό Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ό Κύ-ριος τον έπιασε πάλι απ' το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:

"Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα."

Ό Όσιος απάντησε:

" Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα να σου αντιμιλήσω- πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία πού ή αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ' αυτόν τον τόπο;"

Και ό Κύριος είπε στον Όσιο:

"Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και ή ειρήνη Μου πού σου χαρίζω θα είναι μαζί σου."

Και ξαφνικά ό Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.

Ό όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι' αυτό το Θεό, πού τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι' αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ό Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού πού φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο πού άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:

"Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ' αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου πού εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος."

Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ό Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό πού δεν παρείδε τη δέηση του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.

5)ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ

Η Ιερά Μονή του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ βρίσκεται 260 χιλιόμετρα από την Αγ.Πετρούπολη και 21 χιλιόμετρα από την περιοχή Lodeynoye.Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Αγ.Αλέξανδρο στα τέλη του 15ου αιώνα στο παρθένο δάσος του Olonets κοντά στη γραφική λίμνη Roshinsky και γρήγορα έγινε γνωστό, συρρέοντας πλήθος κόσμου ενώ και η μοναστική αδελφότητα γρήγορα έγινε μεγάλη.

Στη μονή υπάρχουν η πέτρινη εκκλησία της Αγίας Σκέπης,δωρεά του τσάρου Βασιλείου,ο καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως του Χριστού όπου βρέθηκε το άφθαρτο λείψανο του Αγ.Αλεξάνδρου,o ναός της Αγίας Τριάδος χτίστηκε το 1791,αντικαθιστώντας έναν παλαιότερο ξύλινο ναό τον οποίο είχε κτισεί ο ιδρυτής της μονής.Το 1685 ανηγέρθη ο ναός των αγίων Ζαχαρίου και Ελισάβετ,ενώ εκεί υπάρχει και ο ναός του Αγ.Ιωάννη του Δαμασκηνού.

Για την κατασκευή των ναων και των κτιρίων βοήθησαν αυτοκράτορες,δούκες,βασιλείς,βογιάροι και ευγενεις .
Η μονή γνώρισε εισβολές εχθρών,λεηλασίες,πυρκαγιές,αλλά και αυστηρή μοναχική ζωή.Ηταν ένα από τα πλούσια μοναστήρια,με ανεκτίμητους θυσαυρούς γι’αυτό και το 1918 ήταν ένα από τα πρώτα μοναστήρια του οποίου η περιουσία κατασχέθηκε από τους μπολσεβίκους.Τότε εκτελέστηκαν και πολλοί μοναχοί της μονής μαζί με τον ηγούμενο,ενώ η μονή μετατράπηκε σε φυλακές ,οίκο αναπήρων πολέμου,τεχνική σχολή ,στρατόπεδο,ενώ ένα μέρος της μονής μετατράπηκε σε ψυχιατρικό άσυλο το οποίο λειτουργεί και σήμερα.

Το 1997 η νέα αδελφότητα χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά για να αναστηλωθεί η μονή ενώ το 1998-μετά από 80 χρόνια- επέστρεψε στη μονη το λείψανο του ιδρυτή της μονής Αγ.Αλεξάνδρου,το οποίο είχαν παρατημένο σε μια γωνιά της στρατιωτικής ακαδημίας της Αγ.Πετρούπολης οι μπολσεβίκοι.





ΠΗΓΗ: http://www.greekorthodoxmonastery.org/#!blank/burc1

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

‘’Άράγε πιστεύουμε ότι έχουν ψυχή τα παιδιά μας;’’(Μητροπολ. Σιατίστης Παύλος)


‘’Άράγε πιστεύουμε ότι έχουν ψυχή τα παιδιά μας;’’(Μητροπολ. Σιατίστης Παύλος)
 Αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε χρεωμένοι όχι μόνο
 ως αναφορά την σωματική-διανοητική ανάπτυξη
 αλλά και την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών μας;
 Το παρακάτω στιγμιότυπο είναι από την υπέροχη(για μένα)
 Ρωσική ταινία OSTROV(νησί) με πρωταγωνιστή
 τον πατέρα Ανατόλιο, έναν διά Χριστό σαλό.



Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

''Μια Θεότρελη φιλία....''




    Στο τελευταίο προσκύνημα μου στο περιβόλι της Παναγίας(Άγιο Όρος)καθώς προμηθευόμουν από κάποια έκθεση εργόχειρα των εκεί μοναχών βρήκα ένα κομποσχοίνι 33άρι το οποίο ενώ μου άρεσε εξωτερικά διότι ήταν μάλλινο, διακριτικό(χωρίς φανταχτερές πέτρες) και με εύχρηστους  μεγάλους κόμπους…… εν τούτοις όταν το πήρα στο χέρι να ‘’αισθανθώ’’ τον κόπο της προσευχής του μοναχού που το έφτιαξε διαπίστωσα ότι οι κόμποι ήταν αρκετά κολλημένοι ο ένας με τον άλλο με αποτέλεσμα η χρήση του να είναι ολίγον δύσκολη μα καθώς ψηλαφούσα την ‘’δυσκολία’’ του σκέφτηκα τον εαυτό μου και…… βρήκα πολλά κοινά σημεία…… τότε είπα μέσα μου μαζί  κομποσχοινάκι θα πορευθούμε και με υπομονή και την Χάρη του ονόματος Του θα μαλακώσεις-θα πλατύνεις και εσύ και η καρδιά μου η σκληρή……
Ίσως ‘’σχέση παλαβή’’ ή καλύτερα ‘’Θεότρελη’’……χαχα!


Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως.


Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο Στάρετς Ζωσιμά:
-Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
-Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος,
για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως.Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς.Χίλιες φορές έπεσες;Χίλιες να μετανοήσεις.

– Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον κομπασμό…
Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ…
Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί.
 Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη’2). Ακούς; «ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».
Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης,
ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου-τόσο ανώτερη, όσο και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο
«Τό γεροντικό τοῦ Βορρᾶ» τοῦ Πέτρου Μπότση

πηγή:http://proskynitis.blogspot.gr/

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Οι πατάτες και το μίσος



  

Μια δασκάλα σκέφτηκε να βάλει τους μαθητές στην τάξη της να παίξουν ένα παιχνίδι. Είπε λοιπόν στα παιδιά, να φέρει το κάθ’ ένα, μια πλαστική σακούλα, που θα περιέχει μέσα μερικές πατάτες. Σε κάθε πατάτα θα δώσει ένα όνομα από τους ανθρώπους που μισεί. Έτσι, ο αριθμός των πατατών που κάθε παιδί θα έβαζε στη σακούλα του θα ήταν ανάλογος των ανθρώπων που μισεί.

Την άλλη μέρα κάθε παιδί, έφερε από μια σακούλα με πατάτες, με το όνομα των ανθρώπων που μισούσαν, γραμμένο πάνω σε κάθε πατάτα. Κάποια παιδιά είχαν δύο πατάτες μέσα στη σακούλα, άλλα τρεις, άλλα πέντε και άλλα περισσότερες. Η δασκάλα είπε μετά στα παιδιά, να κουβαλούν για μερικές μέρες μαζί τους την πλαστική σακούλα με τις πατάτες, όπου και αν πηγαίνουν.

Ύστερα από κάποιες μέρες, τα παιδιά άρχισαν να διαμαρτύρονται, λόγω της δυσάρεστης οσμής που άφηναν οι πατάτες οι οποίες άρχισαν να σαπίζουν. Άλλωστε, αυτοί που είχαν περισσότερες πατάτες στη σακούλα, έπρεπε να αντέξουν επιπλέον και το μεγαλύτερο βάρος τους. Όταν το παιχνίδι τελείωσε, τα παιδιά ανακουφίστηκαν αφού απαλλάχτηκαν από το βάρος αλλά και από τη δυσοσμία των χαλασμένων πατατών.
Η δασκάλα ρώτησε τα παιδιά: «Πώς αισθανθήκατε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού;.
Τα παιδιά διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός ότι έπρεπε να κουβαλούν παντού μια τσάντα με πατάτες και μάλιστα χαλασμένες με άσχημη μυρωδιά..

Στη συνέχεια, η δασκάλα τους αποκάλυψε το κρυμμένο νόημα πίσω από το παιχνίδι. «Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν έχετε μίσος για κάποιον μέσα στην καρδιά σας. Η δυσωδία από το μίσος θα φωλιάσει στην ψυχή σας και θα το μεταφέρετε μαζί σας όπου κι αν πάτε συνεχώς. Αν δεν μπορείτε να ανεχθείτε τη μυρωδιά των σάπιων πατατών για μερικές μόνο μέρες, μπορείτε να φανταστείτε πως είναι να έχετε τη δυσωδία του μίσους στην ψυχή σας για μια ζωή;

Ηθικό Δίδαγμα: Ας Προσπαθήσουμε να αποβάλλουμε το μίσος που τυχόν έχουμε για τους άλλους κι ας τους συγχωρέσουμε, ώστε να μην έχουμε το βάρος στην καρδιά μας για μια ζωή...


πηγή: http://proskynitis.blogspot.gr/

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Είς Όρος μικρόν!







''Βραδινές περιπέτειες.....''



        Σέρνοντας τα κουρασμένα σου πόδια προς στο ''ταμείο'' σου(τον χώρο που θα κάνεις τον πνευματικό λογαριασμό της ημέρας)  αισθάνεσαι την συνήθεια να ασκεί μια απίστευτη έλξη  στο σώμα και το μυαλό(όσο κουρασμένο κι αν είναι) για να στρίψει στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση(το έχεις ανάγκη άλλωστε..... νισάφι πια μετά από τέτοια μέρα.....το δικαιούσαι σου λέει ο λογισμός.....). 
  Μετά από κάμποση ώρα και εφόσον δεν σε έχει πάρει ο ύπνος(και δεν 'έχει ξεκουρδιστεί τελείως το ξυπνητήρι της συνείδησης) σηκώνεσαι για να διαβάσεις κάποιον πνευματικό βιβλίο, έχεις ακούσει ότι πριν πεις την προσευχή σου καλό είναι να προθερμάνεις την καρδιά σου με λίγη πνευματική μελέτη) ΑΛΛΑ να σου πάλι οι δεξιοί λογισμοί  που σου λένε " τι ωραία που είναι αυτά που διαβάζεις... πόσο ωφελείσαι.... διάβασε κι άλλο-κι άλλο) έτσι χωρίς να το καλοπροσέξεις πέρασε η ώρα και μετά έρχονται οι αριστεροί λογισμοί και σκέφτεσαι ότι το πρωί έχεις τόοοσες δουλειές....η κατάληξη όλης αυτής την βραδινής περιπέτειας;
  Στην καλύτερη είναι μια τρίλεπτη μπακαλίστικη προσευχή(δούναι και λαβείν......ή μάλλον μόνο λαβείν!) ή ένας σταυρός(στην χειρότερη) δίπλα από το πολυπόθητο κρεβάτι που από ώρα ωσάν ''Οδύσσεια σειρήνα'' σε καλεί.....
  Γι' αυτό ευλογημένε άνθρωπε του Θεού να θυμάσαι, όπως λέει και ο Λεμεσού Αθανάσιος,
 "η προσοχή φέρνει την προσευχή''.....

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

''Κι εμείς είχαμε δουλειές αλλά...''








''Όταν τελειώσει η μέρα σου....''




Όταν τελειώσει η μέρα σου,
τελείωσε κι εσύ μαζί της...
Ποτέ μην κρατάς τα φορτία της
για να τα κουβαλήσεις και την επόμενη μέρα...
Έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες,
...
κι αν σου ξέφυγαν και κάποια λάθη, ξέχνα τα...
Ζήσε αυτή τη μέρα και κάθε μέρα,
σαν να πρόκειται να τελειώσουν όλα, το ηλιοβασίλεμα,
και όταν το κεφάλι σου ακουμπήσει στο μαξιλάρι,
ξεκουράσου ξέροντας ότι έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες !







Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ιερέας και η στάση του μπροστά στο Άγιο του Χριστού Θυσιαστήριο, την Αγία Τράπεζα

Toυ π Αθηναγόρα Καραμαντζάνη

Προ καιρού είχα την ευλογημένη ευκαιρία να παραστώ στην χειροτονία ενός πρεσβυτέρου αγαπητού φίλου και αδελφού.Όταν έφθασε η ώρα της χειροτονίας, είδα δύο άλλους πρεσβυτέρους να τον περιφέρουν τρεις φορές κύκλω της Αγίας Τραπέζης, ψάλλοντες «δόξα Σοι Χριστέ ο Θεός Αποστόλων καύχημα...» Κατόπιν τον είδα να γονατίζη μπροστά στο θυσιαστήριο, στηρίζοντας και τα δύο του χέρια επάνω σ' αυτό. Τί εσήμαιναν άραγε αυτά; Εσήμαιναν και σημαίνουν ότι από εκείνη την ώρα κέντρο της ζωής του ιερέως θα είναι το ιερό και άγιο αυτό θυσιαστήριο. Γι' αυτό και το αγκαλιάζει με όλη την θέρμη της καρδιάς του σαν το πολυτιμώτερο απόκτημα της ζωής του, αλλά και το θυσιαστήριο τον τυλίγει ολόκληρο μέσα στην δόξα και τον θείο του γνόφο.

Το μεγαλείο του Θυσιαστηρίου
     Τί συγκλονιστική αλήθεια στιγμή, που βέβαια όλοι μας την έχουμε ζήσει! Όντως, αυτό το ιερό σύμπλεγμα, ιερεύς και θυσιαστήριο, είναι και θα είναι εις τους αιώνας, ό,τι πιο υψηλό ό,τι πιο μεγαλειώδες έχει να παρουσιάση αυτός ο κόσμος. Δύο πράγματα, που ενώθηκαν άπαξ δια παντός από αυτόν τον Κύριο, τον πρώτο και Μέγα ιερέα του κόσμου. Ο ιερεύς είναι τρόπον τινά συνεζευγμένος με το θυσιαστήριο. Ο ιερεύς γεννάται την ώρα της χειροτονίας του. Μήτρα αυτής της υπερφυούς γεννήσεως είναι ακριβώς το πανάγιο θυσιαστήριο, που έκτοτε θα γίνη ο ομφάλιος λώρος του. Από την στιγμή εκείνη γίνεται η ίδια η ζωή του. Υπάρχει εξ αιτίας αυτού και ζη μόνον γι' αυτό. Είναι το ιερό φορτίο του, η χαρά του και η δόξα του.
     Το διδακτικό, το ποιμαντικό και το άλλο κοινωνικό έργο του απορρέουν και τροφοδοτούνται από την χάρι του λειτουργικού του χαρίσματος. Στην Ορθοδοξία το κέντρο της ζωής των πιστών, δεν είναι το κήρυγμα, αλλά το Μυστήριο. Δεν είναι ο άμβων, αλλά το θυσιαστήριο. Γι' αυτό ακόμη και η θέσις του μέσα στον ναό είναι κεντρική, όπως η καρδιά μέσα στο σώμα. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πρωτίστως λειτουργούσα και προσευχομένη Εκκλησία και δευτερευόντως κηρύττουσα και ποιμαίνουσα. Ποιμαίνει από την Αγία Τράπεζα. Η πρώτη Εκκλησία όλα τα μυστήριά της τα είχε συνδεδεμένα με το υπέρτατο γεγονός της Θ. Ευχαριστίας. Η Αγία Τράπεζα εκφράζει και συγκεφαλαιώνει όλα τα σημαντικώτερα έργα του Χριστού επί της γης. Θεωρείται και ως τράπεζα του Μυστικού Δείπνου και ως άλλος Γολγοθάς, αλλά και ως ο θεοδόχος τάφος του Σωτήρος μας, εξ ου αναβλύζει η ανάστασις και η ζωή. «Ως ζωηφόρος, ως παραδείσου ωραιότερος όντως και παστάδος πάσης βασιλικής αναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ο τάφος Σου, η πηγή της ημών αναστάσεως». Κατά δε τον Άγ. Συμεών τον Θεσσαλονίκης, το θυσιαστήριο θεωρείται τόπος και θρόνος του βασιλέως της δόξης.
     «Είχε μεν - κατά τον Απ. Παύλον (Εβρ. 9,1) και η πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας» καθώς και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, αλλά αυτά ήσαν σκιά και προτύπωσις των μελλόντων. «Ημίν διηκόνουν αυτά» κατά τον Απ. Πέτρον (Α' Πετρ. 1,12). Το θυσιαστήριο της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο το προεικόνισμα του θυσιαστηρίου της Καινής Διαθήκης όπου «υπέρ ημών ετύθη Χριστός», το καινόν Πάσχα. Από το άλλο μέρος το επίγειο αυτό θυσιαστήριο της Εκκλησίας θεωρείται προβαθμίδα του υπερουράνιου και νοερού, όπου ο Χριστός «παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών, ου δι' αίματος τράγων και μόσχων, αλλά δια του ιδίου αίματος, εισήλθεν εφ' άπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,11-12).
      Πιστεύουμε ότι όσα τελούνται, κατά την θεία μας λατρεία είναι ο απόηχος και η πιστή αντιγραφή των όσων συμβαίνουν στον ουρανό. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψι μας δίδει μία έκπαγλη εικόνα της ουράνιας λειτουργίας, σε μια παναρμόνια συγχορδία των αγγέλων και των αγίων. Λέγει στο 8ο κεφ. στιχ 3: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου, έχων λιβανωτόν χρυσούν και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου». Σε άλλο δε κεφάλαιο μας παρουσιάζει την δοξολογική λειτουργία και τους ύμνους της θριαμβευούσης εν ουρανοίς Εκκλησίας και λέγει: «Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού και ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων αλληλούια. ότι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός, ο Παντοκράτωρ. Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν» (Αποκ. 19,6-7). Αυτού του υπέρθεου μεγαλείου με το οποίο είναι ντυμένο το θυσιαστήριό μας, τελετουργός και μύστης, αλλά και πρώτος μέτοχος των ανεκφράστων δωρεών του, τυγχάνει ο ιερεύς, εξ αιτίας της αγίας ιερωσύνης, την οποίαν φέρει στο οστράκινο σκεύος του. Ο ιερεύς είναι βέβαια και αυτός άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οίκων», αλλά έχει την υψίστη τιμή να υπηρετή τον Θεό. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο υμνητής αυτός, όσον ουδείς άλλος, της ιερατικής αξίας, στέκει απορημένος μπροστά της και ερωτά: «Όταν ο ιερεύς το Πνεύμα το Άγιον καλή και την φρικωδεστάτην επιτελή θυσίαν και του κοινού πάντων εφάπτεται δεσπότου, που τάξομεν αυτόν, ειπέ μοι;». Ο δε σύγχρονος Άγ. Σιλουανός ο Αθωνίτης θα προσθέση σε αυτά και την ιδική του εκτίμησι: «Εάν έβλεπαν -λέγει- οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερεύς, θα έπεφταν κατά γης μπροστά στο όραμα αυτό. Κι' αν ο ίδιος ο ιερεύς έβλεπε τον εαυτό του, σε ποια ουράνια δόξα βρίσκεται, κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μη θλίψη με τίποτε την χάρι του Αγίου Πνεύματος που ζη μέσα του». Και καταλήγει πολύ σοφά: «Όμως ο Κύριος αποκρύπτει από τα μάτια των λειτουργών του το μεγαλείον τους αυτό, για να μη υπερηφανεύωνται, αλλά να σώζωνται με την ταπείνωσι». Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Τσαλίκης, άνθρωπος με θαυμαστές εμπειρίες (ηγούμενος του Οσ. Δαβίδ), όταν λειτουργούσε, έλαμπε από καθαρότητα και μεγαλοπρέπεια. Συχνά τον έβλεπαν να μη πατάη στο έδαφος, αλλά να στέκεται και να βαδίζη στον αέρα. Πολλές φορές αντίκρυζε επάνω στην Αγία Τράπεζα αγγέλους και αρχαγγέλους, να κρατούν το Σώμα του Κυρίου. «Οι άνθρωποι - έλεγε - είναι τυφλοί και δεν βλέπουν τί γίνεται μέσα στο ναό, στην διάρκεια της θείας λειτουργίας!»

     Ο ιερουργών ιερεύς, ιστάμενος προ του φρικτού θυσιαστηρίου, γίνεται δέκτης της θείας χάριτος αλλά και πομπός της προς τον κόσμο. Είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, εικονίζοντας τον ένα και μοναδικό μεσίτη Ιησούν Χριστόν. «Ο ιερεύς -λέγει ο ιερός Χρυσόστομος- μέσος του Θεού και της των ανθρώπων φύσεως έστηκεν, τας εκείθεν τιμάς κατάγων προς ημάς και τας παρ' ημών ικετηρίας ανάγων εκεί».
      Τα δύο υψωμένα χέρια του λειτουργού, άλλοτε μας φέρνουν τις θείες ευλογίες και άλλοτε εμποδίζουν, σαν άλλα αλεξικέραυνα, την οργή του θεού, διασώζοντας το ανθρώπινο γένος. Γι' αυτό αν σταματήση να τελήται επί της γης η θεία λειτουργία, ο κόσμος θα αποθάνη. Έτσι, μπορούμε να πούμε, λαμβάνοντας υπ' όψιν και την προσωπική μας πραγματικότητα, ότι ο ιερεύς κινείται μεταξύ ενός θείου μεγαλείου που κρύβει η ιερωσύνη του και της χοϊκότητος, που την αποτελούν τα πάθη και οι αδυναμίες μας. Ο ιερεύς όντως παλεύει μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων. Άλλοτε βλέπει ότι προσεγγίζει ή προσεγγίζεται από τους πρώτους και άλλοτε από τους δευτέρους. Μπροστά στο θυσιαστήριο βλέπει ότι είναι «Θεός κατά χάριν», έξω όμως στην καθημερινότητα, διαπιστώνει ότι αποτελείται από αίμα και σάρκα. Και έρχονται στιγμές, που η θέσις του ιερέως είναι όντως δραματική. Τότε ίσως βγαίνει από τα χείλη του ο αναστεναγμός: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος». Και αν δεν δίνει τακτική διέξοδο στο Μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, στο καθαρτήριο αυτό λουτρό, τα πράγματα γι' αυτόν είναι πολύ δύσκολα.

2. Προϋποθέσεις προσεγγίσεως του θυσιαστηρίου
     Λαμπρό λοιπόν, αλλά και φοβερό συγχρόνως το άγιό μας θυσιαστήριο. Όμως πώς πρέπει κανείς να το πλησιάζη; Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να διέπουν την σχέσι του ιερέως με αυτό; Διότι ο Μ. Βασίλειος φωνάζει: «Βλέπε ω ιερεύ τίνι παρίστασαι πώς ιερουργείς και τίσι μεταδίδως». Χωρίς να θέλω να κάνω τον δάσκαλο, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να διαγράψω με αγάπη και ταπείνωσι, τέσσαρες βασικές προϋποθέσεις.
α) Ευλάβεια . Η ευλάβεια δεν είναι ένα αίσθημα παροδικό ή μία εξωτερική εκδήλωσις στιγμιαία. Δεν είναι ένα φόρεμα που το φορούμε όσο διαρκεί το έργο μας, ούτε μία μάσκα, για να καλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Αλλά είναι μία μόνιμη στάσις του όλου άνθρωπου. Μια έντονη αίσθησις της παρουσίας του Θεού, που συγκλονίζει όλο το ψυχοσωματικό μας είναι. Στην αληθινή ευλάβεια μετέχουν και η ψυχή και το σώμα. Εάν κάποιος δείχνει εξωτερική ευλάβεια, χωρίς εσωτερικό αντίκρυσμα, γίνεται φαρισαίος. Εάν πάλι κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει μεν εσωτερική ευλάβεια, αλλά αδιαφορεί για τις εξωτερικές της εκδηλώσεις, θεωρώντας τες ως δήθεν τυπικότητες, αυτός πλανάται. Είναι ένας άνθρωπος γυμνός χωρίς ένδυμα και μάλιστα ένδυμα γάμου και πώς τότε θα εισέλθη στον θείο του Χριστού νυμφώνα;Η ευλάβεια είναι η τελωνική στάσις της ψυχής. Ο τελώνης, κατά την παραβολή, «μακρόθεν εστώς, ουκ ήθελε ουδέ τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν επάραι (εδώ έχουμε την εξωτερική εκδήλωσι της ευλαβείας, την «κάτω νεύσι» όπως λένε οι πατέρες) αλλ' έτυπτεν εαυτού το στήθος και έλεγε, ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (αυτά είναι η εσωτερική στάσις της ψυχής, που προκαλείται από την αίσθησι της παρουσίας του Θεού και της αμαρτωλότητος του ανθρώπου). Η ευλάβεια προς το θείον και τα θεία πράγματα, είναι σύνθετο πνευματικό φαινόμενο. Τα στοιχεία που το αποτελούν είναι: η θερμουργός πίστις, ο άγιος φόβος του Θεού, η αγαπητική διάθεσις της καρδιάς και η βαθειά ταπείνωσις. Η ζωντανή πίστις είναι κατά τον Άγ. Μάξιμο η πρώτη ανάστασις του Θεού μέσα μας, που η άγνοια τον είχε νεκρώσει. Και είναι η μητέρα της ιερατικής ευλαβείας. Γεννάται αυτομάτως όταν στην καρδιά του ιερέως υπάρχει η αίσθησις της παρουσίας του Θεού, κατά την θεία μυσταγωγία, ιδιαιτέρως δε μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, όπου η θεία παρουσία δεν είναι μόνον αόρατη, αλλά και ορατή και αισθητή, στο σώμα και στο αίμα του Χριστού. Ο ιερεύς που πιστεύει βαθειά αυτήν την πραγματικότητα, δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ευλαβική συντριβή. Θέλετε να δήτε αν ένας λειτουργός πιστεύει πραγματικά, ότι αυτό που έχει μπροστά του, επί της Αγίας Τραπέζης, είναι "αυτό τούτο το άχραντον σώμα του Χριστού και αυτό τούτο το τίμιον αίμα Του"; Παρακολουθήστε τον στα εξής σημεία: Πώς μελίζει και διαμελίζει τον αμνόν του Θεού. Πώς κοινωνεί ο ίδιος. Πώς κάνει την συστολή. Πώς κοινωνεί τον κόσμο. Περισσότερο όμως από όλα - μη σας φανή υπερβολικό- πώς καταλύει το Άγιον Ποτήριον. Εκεί κυρίως δίνουμε τις εξετάσεις μας. Ο ιερεύς τις φρικτές αυτές ώρες που επαναλαμβάνει την ψηλάφησι του Θωμά (τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων και την χείρα εις την πλευράν του), πρέπει συνεχώς να επαναλαμβάνει και την ομολογία της πίστεώς του: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». «Ο Κύριός μου είναι παρών. Με βλέπει, με ακούει, με παρακολουθεί και με προσέχει. Αυτός και με κρίνει». Αυτή η πίστις δημιουργεί στην καρδιά μας και τον φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού δεν είναι ο άγριος και εξουθενωτικός τρόμος, που νοιώθει ο άνθρωπος μπροστά σε ένα κίνδυνο, που του σφίγγει την καρδιά, που μπορεί να του δημιουργήση και ψυχολογικά προβλήματα ακόμη. Αλλά είναι εκείνο το ιερό δέος, που νοιώθει το πλάσμα, ενώπιον του Πλάστου. Ο σεβασμός του παιδιού μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα, είναι - αν θέλετε- το γλυκό ρίγος, που διαπερά σύγκορμη την ύπαρξί μας, όταν ζούμε την έλευσι της Θ. Χάριτος. Αυτός ο θείος φόβος είναι γεμάτος από αγάπη προς Εκείνον, που πρώτος μας αγάπησε «και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ η­μών». «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού» λέγει ο Δαυίδ. Οι άγιοι του Θεού εφοβούντο τον Θεό, επειδή τον αγαπούσαν και τον αγαπούσαν, επειδή τον εφο­βούντο. Αυτά τα δύο αλληλοτροφοδοτούνται. Και προκαλούν την ευλάβεια.
      Ευλάβεια ακόμη σημαίνει: «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη». Ο ευλαβής μυσταγωγός γνωρίζει καλώς ποιος είναι αυτός ο ίδιος αλλά και ποιον υπηρετεί. Έχει βαθειά συναίσθησι ότι αυτός ως άνθρωπος είναι «γη και σποδός» αμαρτωλός και αχρείος δούλος, ενώ ο Κύριός του είναι ο Άγιος και ο Αναμάρτητος. Συνεπώς η υπερηφάνεια και η έπαρσις, η επιδεικτικότης και η αλαζονεία δεν έχουν θέσι στην ψυχή του. Ιδού τί μας συμβουλεύει ο Όσιος Θεόγνωστος, που γράφει πολλά για την ευλαβική ιερωσύνη: «Να θεωρής τον εαυτόν σου μυρ­μήγκι και σκουλήκι για να γίνης θεόπλαστος. Κοίταξε ποια ισάγγελη τιμή αξιώθηκες και φρόντισε να μείνης ανέπαφος στο βαθμό της ιερωσύνης που έχεις κληθή, με κάθε αρετή και καθαρότητα. Γνωρίζεις από πόσο ύψος σε πόσο βάθος έπεσε ο εωσφόρος από υπερηφάνεια. Αυτό μη το πάθης και συ, φανταζόμενος μεγάλα για τον εαυτό σου, αλλά να τον θεωρής χώμα και στάχτη και σκουπίδι και σκυλί και να θρηνής αδιάκοπα, γιατί αξιώνεσαι να καλήσαι σε θεία κοινωνία και συγγένεια, με το να διεξάγης με τα χέρια σου την φρικτή ιεροτελεστία των αγίων μυστηρίων από απόρρητη φιλανθρωπία Του Θεού».
     Ζώντας έτσι τα πράγματα του εαυτού του ο ιερεύς, οδηγείται στην μετάνοια, την κατάνυξι και τα δάκρυα. Εγνωρίσαμε ευλαβείς λειτουργούς του θυσιαστηρίου, που εμούσκευαν όχι μόνο το μαντήλι τους αλλά και το δάπεδο, από τα πολλά τους δάκρυα. Ας σταματήσουμε με θαυμασμό μπροστά στην καταπληκτική περίπτωσι ενός αγιορείτου ιερομόναχου, για τον οποίον ο Γέρων Ιωσήφ γράφει τα εξής: «Ο παπα- Δανιήλ εξήκοντα έτη μίαν ημέραν δεν εννοούσε να αφήση την θείαν λειτουργίαν. Αυτός δεν ηδύνατο να προφέρη τας εκφωνήσεις από την κατάνυξιν. Από τα δάκρυα πάντοτε εμούσκευε μπροστά του το χώμα. Δι' αυτό δεν ήθελε κανείς ξένος να είναι στην λειτουργία του, δια να μη βλέπη την εργασία του. Είχε εφ' όρου ζωής ολονύκτιον αγρυπνίαν και νοεράν προσευχήν. Ήτο όλος μετέωρος εις την θείαν λειτουργίαν του. Και χωρίς να γίνη λάσπη το έδαφος δεν ετελείωνε η λειτουρ­γίαν». (Έκφρ. Μοναχ. εμπειρίας).
     Ο μεγαλύτερος και υπουλότερος εχθρός της ενθέου ευλάβειας είναι η συνήθεια και η εξοικείωσις με τα θεία. Όχι βεβαίως η οικείωσις, αλλά η εξοικείωσις. Η οικείωσις ή οικειότης προς τα ιερά και τα θεία είναι ενέργεια της θείας χάριτος μέσα στην ψυχή μας. Μας έλκει προς τον Θεό «τον αγαπήσαντα ημάς και λούσαντα ημάς από των ανομιών ημών, εν τω αίματι αυτού» (Αποκ. 1,5). Μας ανάβει τον πόθο να είμεθα πάντοτε κοντά Του και μαζί Του και μας ανανεώνει τον ζήλο να τον υπηρετούμε αδιαλείπτως με καίουσα την καρδιά. Γράφουν για τον μακαριστό Παπα - Εφραίμ τον Κατουνακιώτη: «θερμαινόταν ολόκληρος λειτουργώντας. Τον χειμώνα πού να τολμήσουμε να βάλουμε την θερμάστρα πετρελαίου πάνω από το ένα. Εμείς τουρτουρίζαμε κι' εκείνος ζεσταινόταν, την αιτία την καταλάβαμε αργότερα. Όταν σταμάτησε να λειτουργή, τότε ζητούσε να ανεβάσουμε την θερμάστρα...»
     Η ιερατική ψυχή σαν το διψασμένο ελάφι τρέχει να ξεδιψάση στην πηγή των ζώντων υδάτων και επαναλαμβάνει το δαβιδικό: «ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου Κύριε, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» διότι «το ποτήριόν Σου μεθύσκει με ωσεί κράτιστον». Ερώτησα κάποτε ένα ευλογημένο ιερέα, που λειτουργούσε κάθε μέρα, αν έρχεται ώρα που βαριέται την θεία λειτουργία, και μου απάντησε: «Όχι, τουναντίον, όσο λειτουργώ τόσο ανάβει μέσα μου η φλόγα. Η μία λειτουργία με προετοιμάζει για την άλλη, και η επομένη με ελκύει με δύναμι προς αυτήν: Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου! Και κατέληξε: «Το θυσιαστήριο είναι τρομερός μαγνήτης». Αντιθέτως η εξοικείωσις είναι κατάστασις νεκροποιός. Υποβαθμίζει τον ζήλο (που όπως λένε οι Αγιορείται στην αρχή μπορεί να είναι σαν τον Άθωνα, στο τέλος όμως καταντά σαν ένα αυγό) ψυχραίνει την αγάπη, νεκρώνει τον θείο φόβο, δημιουργεί παρρησία και τελικά πώρωσι και αναισθησία. Μεταβάλλει τα πάντα σε ρουτίνα και σε μια μηχανική εκτέλεσι, χωρίς την συμμετοχή της καρδιάς. Ο ιερεύς τότε είναι ικανός και στις ιερώτερες στιγμές να απροσεκτή, να ομιλή, να γελάη, να αστειεύεται ή και να οργίζεται με τους γύρω του. Ο νους τρέχει στα βιοτικά, στις εργασίες, στην οικογένεια και λοιπά. Η ολεθρία και ζημιογόνος αυτή εξοικείωσις οφείλεται σε ένα αίσθημα κόρου (μπούχτισμα) και αποστροφής. Ο κόρος όμως για τα θεία είναι δαιμονικό αίσθημα, που μπορεί να οδηγήση τον ιερέα στην αθεοφοβία και τελικά στην απώλεια.

β) Καθαρότης Το καθαρό και άγιο θυσιαστήριο του Κυρίου μας, δεν συμβιβάζεται με ακάθαρτο ιερέα. Η καθαρά και άμωμη θυσία του Υιού του Θεού, δεν επιτρέπεται να προσφέρεται από χέρια ακάθαρτα, γλώσσα λερωμένη, σώμα ρυπαρό, καρδιά γεμάτη πάθη. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «Εννόησον οποίας τας ταύτα διακονουμένας χείρας είναι χρη, οποίαν την γλώτταν την εκείνα προχέουσαν τα ρήματα, τίνος δε ου καθαρωτέραν και αγιωτέραν την τοσούτον Πνεύμα υποδεξαμένην ψυχήν;». Στην ευχή του χερουβικού ύμνου, σκυφτός ο λειτουργός προσεύχεται: «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν βασιλεύ της δόξης. το γαρ διακονείν σοι μέγα και φοβερόν και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσι....» Και παρακαλεί: «Καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς....» Ποια είναι η πονηρά συνείδησις; Η ένοχη και η ακάθαρτη. Κυρίως όμως η αμετανόητη. Ο προμνημονευθείς Όσιος Θεόγνωστος και πάλι μας ομιλεί: «Αν καταξιωθής την θεία και σεβάσμια ιερωσύνη, έχεις χρέος πρωτύτερα να θυσιάσης τον εαυτόν σου με την νέκρωσι των παθών και των ηδονών και έτσι να τολμάς να πλησιάζης την ζωοποιό και φρικτή θυσία, αν δεν θέλης σαν εύφλεκτο υλικό να κατακαής από την θεϊκή φωτιά. Γιατί αν το Σεραφείμ δεν τόλμησε να πιάση τον θεϊκό άνθρακα, χωρίς λαβίδα (όρα­μα Ησαΐου), πώς θα τον αγγίσης συ χωρίς να έχης απάθεια;». Και αναφέρει για κάποιον ιερομόναχο, που ενώ τον θεωρούσαν ευλαβή, αυτός όμως μολυνόταν από λογισμούς αισχρούς και κάποτε, που επιτελούσε την θεία λειτουργία, όταν έφθασε η ώρα του Χερουβικού και έσκυψε να διαβάση την ευχή, πέθανε ξαφνικά και η ψυχή του τον άφησε σ' αυτήν την στάσι. Έλεγε κάποιος: «το θυσιαστήριον εκδικείται!...» Τα πάθη μας και οι αμαρτίες μας, όσο παραμένουν μέσα μας όχι μόνον εμάς ζημιώνουν, αλλά και την χάρι του Θεού κωλύουν, να επιδράση στους πιστούς. Στον προφήτη Μαλαχία κεφ.2,1 διαβάζουμε. «Και νυν η εντολή αύτη προς ημάς ώ ιερείς. Εάν μη ακούσητε, και εάν μη θήσθε εις την καρδίαν υμών του δούναι δόξαν τω ονόματί μου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ και εξαποστελώ εφ' υμάς την κατάραν και επικαταράσομαι την ευλογίαν υμών και καταράσομαι αυτήν ...»
Βέβαια δεν ζητείται από τον ιερέα η αναμαρτησία, διότι είναι άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οικών» και όχι άγγελος. Ζητείται όμως η μετάνοια, η κάθαρσις της ψυχής, η εξομολόγησις έστω και κατά περιόδους. Απαιτείται αυτοκατάκρισις και αυτομεμψία, συναίσθησις της αμαρτωλότητος. Αγώνας κατά των ψεκτών παθών και καλλιέργεια πνευματικής ζωής.
      Ο άξιος λειτουργός συναισθάνεται ότι ο Θεός μας είναι «πυρ καταναλίσκον» και «τους αναξίους φλέγον». Ότι το θυσιαστήριο είναι η φλεγόμενη, αλλά μη κατακαιομένη βάτος, προ της οποίας ο θεόπτης Μωυσής άκουσε την βροντερή φωνή του Θεού να του λέγει: «μη εγγίσης ώδε. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου. ο γαρ τόπος εν ώ έστηκας γη αγία εστί» (Εξ. 3,4). Ο λειτουργός λοιπόν προ της φρικώδους θυσίας, καλείται να λύση πάντα σύνδεσμον αμαρτίας, κακίας, φθόνου, πλεονεξίας, κοσμικού φρονήματος και άλλων εσωτερικών συμπλεγμάτων, ειρηνεύοντας με όλους, μέσω της ευαγγελικής αγάπης ("Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομόνοια oμολογήσωμεν"). Ακόμη o ευλαβής κληρικός, προκειμένου να λειτουργήση, επιμελείται και της σωματικής του καθαριότητος. Δεν πλησιάζει ατημέλητος και απεριποίητος, με τα ρούχα της εργασίας, με παπούτσια λασπωμένα, σαν να ασχολήται με κάτι το κοινό. Το ένδυμα γάμου το επεκτείνει και στα σωματικά.
γ) Σιωπή  Τρίτος τρόπος μιας αξίας προσεδρεύσεως στο αγιώτατο θυσια­στήριο είναι η σιωπή. Αλλά ίσως σκεφθή κανείς. Πώς μπορεί η σιωπή να είναι τρόπος διακονίας στο υπερούσιο Μυστήριο της θείας λει­τουργίας, όταν ο μυσταγωγός ιερεύς είναι υποχρεωμένος να απαγγέλλη ευχές, να εκφωνή, να ψάλλη: Ας μη λησμονήται όμως ότι γενικά το κλίμα της ορθοδόξου λατρείας, διέπεται από τον άγιο νόμο της σιγής, όπως τον εκφράζει ο υπέροχος λειτουργικός ύμνος. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήϊνον εν εαυτή λογιζέσθω...» Κα­τά τον Άγ. Ισαάκ τον Σύρο, η σιωπή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, και ως εκ τούτου η σιωπή είναι η άλλη, η μυστική γλώσσα της λατρείας μας.
Στις μεγάλες στιγμές της επικοινωνίας Θεού και ανθρώπων, όπως δείχνει η ιστορία της λατρείας, η πρώτη αντίδρασις του ανθρώπου είναι το θάμβος και η σιγή. Σε ένα αρχαίο λατρειακό κείμενο υπάρχει η φράσις: «Σιγή! σύμβολον αφθάρτου Θεού ζώντος». Η ορθόδοξη λατρεία είναι η μόνη αληθινή και αντάξια του Θεού λατρεία. Είναι ευάρεστος στον Θεό, γιατί είναι λογική και πνευματική. Ξεκινά πρωτίστως μέσα από την μυστική Εκκλησία της ανθρώπινης ψυχής και εξωτερικεύεται προς τα έξω. Είναι προσκύνησις του Θεού «εν πνεύματι και αληθεία». Όσα λέγονται ή ακούγονται στις λατρευτικές μας συνάξεις, δεν είναι παρά ο απόηχος των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων του Χριστού «παρ ώ εισίν οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως οι απόκρυφοι» (Κολ. 2, 3).
     Στην ορθόδοξο λειτουργία μας έχουμε ένα θαυμάσιο συνδυασμό ιεροφωνίας και αφωνίας. Άλλοτε σιγά ο λαός και εκφωνεί ο λειτουργός. Και άλλοτε σιγά ο λειτουργός και ψάλλει ο λαός. Όμως, η γλώσσα και η φωνή αυτή της λατρείας δεν είναι γήινη και κοσμική, αλλά είναι γλώσσα ενός άλλου κόσμου. Γι' αυτό και σε μερικούς με κοσμικά κριτήρια είναι σχεδόν ακατάληπτη. Είναι θα λέγαμε τα «άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β' Κορ. 12,4). Μέσα στην Εκκλησία σωπαίνει ο ανθρώπινος λόγος και ακούγεται ο θεανθρώπινος, δηλαδή ο εκκλησιαστικός. Αν λοιπόν αφήσουμε τα θεανθρώπινα και αρχίσουμε να μιλάμε για τα ανθρώπινα, τα κοινά και βιοτικά, τότε η λατρεία του Θεού μεταβάλλεται σε κοσμική ανθρώπινη συνάθροισι. Αν θελήσουμε να κάνουμε μια αυτοκριτική, ως ορθόδοξο εκκλησίασμα, θα βλέπαμε ότι στο σημείον αυτό δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε καλό βαθμό. Έχουμε δυστυχώς κακοσυνηθίσει να συζητούμε και να θορυβούμε, κατά την διάρκεια της θείας μας λατρείας. Ο λαός μας δεν βιώνει την λειτουργική σιωπή και ησυχία, γι' αυτό και η καρδιά του δεν αισθάνεται την εγγύτητα Εκείνου, που είπε: «ου εισί δύο και τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών». Το θλιβερόν όμως είναι ότι σε αυτή την αμαρτωλή και ασεβή συνήθεια, έχουμε δυστυχώς εμπλακή και εμείς οι κληρικοί. Καταλύουμε πολλές φορές, εν ώρα προσευχής και παρουσίας Θεού, τον άγιο νόμο της σιγής, μεταβάλλοντας το ιερό βήμα - θα τολμούσα να πω - σε εντευκτήριο. Συζητούμε άσχετα θέματα. Αστειευόμεθα, γελούμε, κρίνουμε και κατακρίνουμε τους πάντας και τα πάντα. Ζήτημα είναι, αν σε κάποια στιγμή συνέλθουμε και θυμηθούμε να προσευχηθούμε. Είναι σπάνιο το φαινόμενο να συναντηθούν δύο ιερείς ή αρχιερείς στο Άγιο Βήμα και να μην αρχίσουν την κουβέντα μεταξύ τους ή με άλλους, ακόμη και λαϊκούς. Στις δε πανηγύρεις των ναών, που μαζεύονται πολλοί, ο φοβερός και θείος τόπος του θυσιαστηρίου, θυμίζει πλατεία. Θορυβούμε και συζητούμε ακατάπαυστα. Εάν δε έξω γίνεται θείο κήρυγμα, τότε μέσα στο ιερό δεν ακούγεται τίποτε άλλο, παρά ένα απαίσιο και λίαν ενοχλητικό βουητό. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μεγίστη αμαρτία και ασέβεια, που προκαλεί την οργή του Θεού. Και οργή του Θεού, κατά το Άγ. Μάξιμο τον ομολογητή, σημαίνει σταμάτημα της χορηγίας των θείων χαρισμάτων. Οι συζητήσεις και τα πολλά λόγια - εκτός βεβαίως των απολύτως αναγκαίων - βγάζουν τον λειτουργό του Υψίστου από το θείο του κλίμα και τον υποβιβάζουν πνευματικά. Ψυχραίνουν τον ζήλο του. Διασπούν τον νου του, δεν τον αφήνουν να αλλοιωθή εσωτερικά. Έτσι η θεία λειτουργία τελειώνει και αυτός μένει άδειος και στείρος.
     Πρέπει όμως κάποτε το κακό αυτό να σταματήση. Και η αρχή πρέπει να γίνη από εμάς, τους ιερείς και αρχιερείς. Ας μη λησμονούμε ότι η θέα λειτουργού σιωπηλού και αφοσιωμένου, συγκλονίζει τους πιστούς, τους καθηλώνει, τους ανεβάζει και τους μεταρσιώνει. Ευφραίνει τους αγγέλους και ευαρεστεί τον Θεό. Επιτρέψατέ μου, από τα άπειρα παραδείγματα τέτοιων ενθέων λειτουργών του θυσιαστηρίου παλαιών και νέων, να επιλέξω και να σταματήσω μπροστά στο συγκλονιστικό παράδειγμα του Μ. Βασιλείου. Γράφει στο βίο του ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ότι κάποτε ο αυτοκράτωρ Ουάλης ευρέθη την ημέρα των Θεοφανείων στην Καισάρεια. Επεσκέφθη την εκκλησία, όπου ιερουργούσε ο Ιεροφάντωρ Βασίλειος. Μόλις μπήκε μέσα στον Ναό, εβρόντησαν τα αυτιά του από την υπέροχη ομαδική ψαλμωδία. Βλέποντας δε την λαοθάλασσα του εκκλησιάσματος και όλη την αγγελική ιεροπρέπεια, που υπήρχε γύρω από το άγιο βήμα, καθηλώθηκε κυριολεκτικά. Δεν επερίμενε να συναντήση τέτοιο θέαμα. Η έκπληξις όμως και ο θαυμασμός του κορυφώθηκαν, όταν προχωρώντας προς το βήμα, αντίκρυσε την σεπτή και ουράνια μορφή του θείου Ιεράρχου. Ο Μ. Βασίλειος όρθιος, μπροστά από τον λαό, στητός σαν κυπαρίσσι προ του θυσιαστηρίου, μετάρσιος και σιωπηλός, ιερουργούσε το πανάγιο Μυστήριο. Ο Ουάλης θαμπώθηκε από την ακτινοβολία, ζαλίσθηκε και λίγο έλειψε να σωριασθή στο δάπεδο, αν δεν έτρεχαν κάποιοι να τον στηρίξουν. Αλήθεια, πόσα δεν μας λέει αυτό το περιστατικό!.

δ) Ευσχημόνως και κατά τάξιν Μια ακόμη προϋπόθεσις, για την θεάρεστη επιτέλεσι των λειτουργικών μας καθηκόντων, είναι η τήρησις του αποστολικού παραγγέλματος: «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α' Κορ. 14, 40). Το «ευσχημόνως» νομίζω ότι αναφέρεται στην συμπεριφορά και εμφάνισι του λειτουργού, αλλά και των πιστών, το δε «κατά τάξιν» στην ευπρεπή και άψογη εικόνα του θυσιαστηρίου και γενικά του Ναού και των τελουμένων εν αυτώ.
    Ελάτε τώρα σας παρακαλώ να μπούμε σε έναν ναό εν ώρα λειτουργίας, όπου ιερουργεί ένας ιερεύς, όπως τον περιγράψαμε μέχρι τώρα, πιστός και ευλαβής. Κατ' αρχήν τί σας κάνει εντύπωσι; Ότι ο ναός είναι σχεδόν γεμάτος, από πολύ νωρίς. Έτσι τους έχει συνηθίσει ο καλός τους ποιμένας. Όλοι παρακολουθούν με ευλάβεια και προσοχή. Μια θεία ησυχία απλώνεται παντού. Ο Ναός είναι καθαρός και περιποιημένος. Τίποτε δεν προδίδει αδιαφορία και αμέλεια. Όλα στη θέσι τους. Όλα μυρίζουν αρχοντιά. Αλλά ας προχωρήσουμε προς το ιερό, για να δούμε τον λειτουργό από κοντά, ως απλοί αθέατοι θεαταί. Δείτε τον ιερέα: Σοβαρός, ιεροπρεπής και ευσχήμων. Τα βλέμματά του προσεκτικά δεν στρέφονται δεξιά και αριστερά χωρίς λόγο, ούτε προς το εκκλησίασμα, για να παρατηρή τον καθένα. Είναι προσηλωμένος στον εσταυρωμένο, στους αγίους και στην Πλατυτέρα των ουρανών. Δεν περιφέρεται συνεχώς μέσα στο ιερό με νευρικότητα. Στέκεται την περισσότερη ώρα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν την εγκαταλείπει για «ψύλλου πήδημα». Οι κινήσεις του δεν είναι απότομες και βιαστικές άλλα αργές επίσημες, λειτουργικές. Έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή, έχουμε την αίσθησι ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει μια κοινή εργασία, αλλά τελεσιουργεί μια μυσταγωγία! Ευτυχώς που επήγαμε νωρίς. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε πώς παίρνει καιρό. Ήσυχα, ευλαβικά παίρνει καιρό, λέγοντας όλα τα λόγια της ακολουθίας. Χωρίς καιρό δεν θα λειτουργήση ποτέ του. Ας τον παρακολουθήσουμε περαιτέρω. Μπαίνει στο Άγιο Βήμα. Παίρνει τα ιερά του άμφια, πάντοτε διπλωμένα και τοποθετημένα στο ντουλάπι, όχι απαραιτήτως πολυτελή και εξεζητημένα, αλλά πάντοτε καθαρά και ευπρεπή. Τα φορεί, προφέροντας τους ωραίους στίχους των ψαλμών, τους οποίους δυστυχώς πολλοί τους παραλείπουν. Έτσι, ντυμένος την ιερατική του στολή, αισθάνεται ότι δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αλλά κάτι άλλο ασυνήθιστο και εξωκόσμιο, αφού κανείς από τους άλλους ανθρώπους δεν εμφανίζεται έτσι. Τελειώνοντας προσεκτικά την προσκομιδή, προχωρεί ήρεμος προς την θεία ιερουργία. Εμάς περισσότερο αυτό μας ενδιαφέρει: Πώς λειτουργεί. Από αυτό κρίνεται. Για δείτε όμως πρώτα την Αγία του Τράπεζα. Αστράφτει από καθαρότητα και ωραιότητα. Αληθινός θρόνος του Παμβασιλέως Χριστού. Σου έρχεται να πης: "ο Κύριος εβασίλευσεν ευπρέπειαν ενεδύσατο". Ό,τι καλύτερο, πολυτιμώτερο και ακριβώτερο, το χρησιμοποιεί ο φιλόθεος ιερέας μας, για να ενδύση βασιλοπρεπώς τον Κύριόν Του. Το ίδιο παρατηρούμε και σε όλο το Άγιο Βήμα. Λάμπει από τη μια άκρη ως την άλλη. Υποβάλλεσαι όταν μπαίνεις μέσα. Κάποιος έλεγε: «το ιερό είναι η βιτρίνα του ιερέως».
     Οι εκφωνήσεις του είναι σεμνές και γλυκές, όχι άγαρμπες, ούτε επιδεικτικές και στεντόριες, σαν τους τραγουδιστές, μπροστά στα μεγάφωνα. Τις ευχές τις αναγινώσκει ορθώς και ευκρινώς. Ούτε μεγαλοφώνως, ούτε αφώνως, αλλά χαμηλοφώνως, ελαφρώς ακουόμενες. Αυτό σημαίνει μυστικώς. Τις διαβάζει δε στην οικεία τους θέσι, με τρόπο παρακλητικό, προσπαθώντας να τις αισθάνεται πρώτος αυτός. Εντύπωσι μας κάνει ότι τελεί όλες τις ακολουθίες κατά το τυπικό και την τάξι της Εκκλησίας. Δεν παραλείπει τίποτε. Ούτε προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Δεν καινοτομεί και δεν αυθαιρετεί, κατά το δοκούν, «μη μεταίρων όρια αιώνια, ά οι πατέρες ημών έθεντο» εν αγίω Πνεύματι. Δείτε και τα παιδιά του ιερού πώς στέκονται. Έχει εμπνεύσει σε όλα τον σεβασμό και την ευλάβεια. Στέκονται σαν άλλα εξαπτέρυγα δεξιά και αριστερά του θυσιαστηρίου παρακολουθώντας και αυτά με θάμβος τα τελούμενα. Από αυτόν τον ευλαβέστατο ιερέα, που μπορεί να είναι και αγράμματος, πολλά παιδιά αγάπησαν τον Θεό και μερικά έγιναν και ιερείς εν οις και ο ομιλών.
      Παρατηρούμε και κάτι ακόμη που μας ικανοποιεί πολύ. Τα μεγάφωνα της Εκκλησίας τα έχει ρυθμίσει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνονται ευλογία, βοηθώντας αυτούς που δεν ακούνε καλά, και όχι κατάρα, που απομακρύνει πολλούς από την λειτουργία, σμπαραλιάζοντας το νευρικό τους σύστημα. Γνωρίζει καλώς ότι τα μεγάφωνα δεν είναι ο σκοπός της λατρείας, αλλά μέσον βοηθητικό. Οπότε κι αν λείπουν δεν δημιουργούν σοβαρό κενό, ιδίως στους μικρούς ναούς. Μέσα σ' αυτόν τον ναό που μπήκαμε, όλα τελούνται αποστολικώς, δηλαδή «ευσχημόνως και κατά τάξιν». Οι ψάλται σεμνοί και ευλαβείς. Οι επίτροποι προσεκτικοί και εξυπηρετικοί. Ο νεωκόρος με φόβο Θεού. Και όλα οφείλονται στην ευσέβεια και την άοκνη προσπάθεια του καλού μας λειτουργού.

ε) Αναγεννημένοι ιερείς Δείτε τώρα τον υποδειγματικό αυτόν ιερέα μετά την θεία λειτουργία. Είναι αλλοιωμένος. Η επαφή του με το θυσιαστήριο τον έχει μεταμορφώσει. Το πρόσωπό του λάμπει σαν τον Μωυσή, όταν κατέβηκε από την θεοπτία του Σινά. Είναι γεμάτος χάρι, ειρήνη και χαρά. Ο Χριστός που είναι μέσα του τον κάνει πολύ ελκυστικό. Λέγει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ: «η ορθή τέλεσις της θείας λειτουργίας αφήνει τους ίδιους καρπούς χάριτος, στο επίπεδο της προσευχής, όπως η ησυχαστική προσευχή της ερήμου». Η λειτουργία όμως γι' αυτόν δεν σταματά στον ναό. Θα συνεχισθή στην καθημερινή του ζωή. Η καρδιά του θα είναι πλέον το θυσιαστήριο. Όπου κι αν σταθή, ό,τι κι αν κάνη, ό,τι κι αν πη, όλα θα αποπνέουν Χριστό. Ένας τέτοιος λειτουργός είναι «ευωδία Χριστού εν τοις σωζομένοις και εν τοις απολλυμένοις» (Β' Κορ. 2, 15). Για έναν τέτοιο λειτουργό, έγραφε μια ευλαβής ψυχή: "Σε σέβομαι, σε ευλαβούμαι ώ ιερέα του Θεού! Είσαι ό,τι πιο υπέροχο υπάρχει στη γη. Είσαι μια ευλογία όταν μας πλησιάζης. Μια συμφορά όταν φεύγης! Μείνε μαζί μας"!...
     Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την ανάγκη μιας λειτουργικής αναγεννήσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πολλοί προτείνουν πολλά. Επιτρέψατέ μου να πιστεύω ότι την πραγματική αναγέννησι σε όλα τα επίπεδα και μάλιστα στο της θείας λατρείας, θα την φέρη ο αναγεννημένος ιε­ρεύς. Ο φλεγόμενος από τον θείο έρωτα προς το Πανάγιο θυσιαστήριο λειτουργός του Κυρίου, ο οποίος με την λειτουργία του, έχει την δύναμι να κατεβάζει τον ουρανό στην γη και να ανεβάζη την γη στον ουρανό.